Αχαΐα: Οικισμοί, οικιστές, αυτοδιοίκηση – Η Αχαΐα δια μέσου των αιώνων
22ος αιώνας προ Χριστού: Πολιτισμός στην περιοχή που σήμερα ονομάζουμε Αχαΐα αναφέρεται από το τέλος της νεολιθικής εποχής. Πρώτοι οικιστές οι Πελασγοί. Ήρθαν μάλλον από τη Μικρά Ασία και ονόμασαν την περιοχή Αιγιαλεία.
15ος αιώνας προ Χριστού: Οι Ίωνες της Αττικής κατακτούν την περιοχή: ονομάζουν την Αιγιαλεία Ιωνία. Πρωτεύουσά της η Ελίκη.
12ος αιώνας προ Χριστού: Κάθοδος των Δωριέων. Κατακτούν την Πελοπόννησο, εκτός από την χώρα των Ιώνων. Εκδιώκουν τους Αχαιούς από τις πατρίδες τους, την Λακεδαιμονία και το Άργος και Αχαιοί βρίσκουν άσυλο στη χώρα των Ιώνων, την οποία, στη συνέχεια κατακτούν και μετονομάζουν σε Αχαΐα.
9ος αιώνας προ Χριστού: Ιδρύεται το «Κοινό των Αχαιών» ή αλλιώς η Πρώτη Αχαϊκή Συμπολιτεία. Πρόκειται για την πρώτη μορφή ένωσης για τη διαχείριση τοπικών υποθέσεων. Έδρα της η Ελίκη και αργότερα το Αίγιο.
8ος αιώνας προ Χριστού: Στην ομηρική εποχή η Αχαΐα διαφέρει από τη σημερινή: εκτείνεται μεταξύ της Πελλήνης (κοντά στο σημερινό Ξυλόκαστρο) ανατολικά και του Αιγίου δυτικά.
6ος αιώνας προ Χριστού: Η Συμπολιτεία διευρύνεται με πόλεις της δυτικής Αχαΐας. Η Αχαΐα παίρνει σε μεγάλο βαθμό τη μορφή που έχει σήμερα. Ωστόσο ο Κλείτορας και η Ψωφίδα εξακολουθούν να είναι αρκαδικές περιοχές. Ήδη από αυτήν την περίοδο οι θέσεις των οικισμών είναι χωρικά τοποθετημένες σε όλη σχεδόν την έκταση του σημερινού νομού.
4ος αιώνας προ Χριστού: Οι Αχαιοί βγαίνουν από τον απομονωτισμό των προηγουμένων δύο αιώνων παίρνοντας μέρος στον Κορινθιακό, το Θηβαϊκό και τον Ιερό πόλεμο όπου πολεμούν μαζί με τους Θηβαίους και άλλους κατά των Μακεδόνων. Τελικά το 303 προ Χριστού η Αχαΐα κατακτάται από τους Μακεδόνες και η πρώτη Αχαϊκή Συμπολιτεία διαλύεται.
3ος αιώνας προ Χριστού: Οι Γαλάτες κάνουν καταστροφικές επιδρομές και νικούν το μακεδονικό στρατό το 281. Οι αχαϊκές πόλεις το εκμεταλλεύονται και επαναστατούν εναντίον της μακεδονικής εξουσίας. Με πρωτοβουλία της Δύμης, ιδρύεται νέα ομοσπονδία των Αχαιών, η Δεύτερη Αχαϊκή Συμπολιτεία, η οποία στοχεύει στην ενοποίηση όλων των ελληνικών πόλεων. Οι Αχαιοί συνδέονται με όλη σχεδόν την Πελοπόννησο. Το 212 προ Χριστού στρατηγός της Αχαϊκής Συμπολιτείας γίνεται ο Φιλοποίμενας, ο οποίος νικά τους Σπαρτιάτες. Συμμαχεί με τους Ρωμαίους και διώχνει από την Πελοπόννησο τους Μακεδόνες. Ο πληθυσμός της Αχαΐας αυτή την περίοδο υπολογίζεται σε 75.000 κατοίκους.
2ος αιώνας προ Χριστού: Την πρώτη δεκαετία του αιώνα η Αχαϊκή Συμπολιτεία αποτελεί την ισχυρότερη δύναμη της ηπειρωτικής Ελλάδας. Από το 190 μέχρι το 150 προ Χριστού περιλαμβάνει στους κόλπους της ολόκληρη την Πελοπόννησο. Η Συμπολιτεία συγκρούεται το 147 με τους Ρωμαίους και συντρίβεται. Ολόκληρη η Ελλάδα τίθεται κάτω από τη δικαιοδοσία του Ρωμαίου στρατηγού της Μακεδονίας και μετονομάζεται σε Αχαΐα. Πολλοί τοποθετούν εδώ το τέλος της αρχαίας ελληνικής ιστορίας. Δημιουργούνται επαρχίες οι οποίες κατά περιόδους έχουν πολύ μεγάλη έκταση και κατά άλλες μικρότερη.
1ος αιώνας προ Χριστού: Η επαρχία της Αχαΐας περιλαμβάνει την Πελοπόννησο και τμήμα της Στερεάς Ελλάδας. Μειώνεται η επικοινωνία, οι μετακινήσεις και ο πληθυσμός. Οι κάτοικοι της Αχαΐας υπολογίζονται σε 20.000.
2ος μετά Χριστόν αιώνας: Οι Ρωμαίοι αλλάζουν τακτική και αναπτύσσουν περιοχές της Ελλάδας. Ειδικά όσες είναι πάνω στους δρόμους του εμπορίου. Αυτή την περίοδο φαίνεται ότι αναπτύσσεται η μεγάλη γαιοκτησία.
4ος αιώνας: Επί Βυζαντίου γίνονται, από χωρικής άποψης, διοικητικές μεταβολές όχι ιδιαίτερα σημαντικές σε σχέση με αυτές των Ρωμαίων. Οι επαρχίες αντικαθίστανται από τα «θέματα», υπό τη διοίκηση στρατηγού – κυβερνήτη. Αξιοσημείωτες είναι οι πρώτες αναφορές σε κοινότητες, οι οποίες αποτελούν πλέον διοικητική και φορολογική μονάδα.
6ος και 7ος αιώνας: Ξεσπούν ταραχές και λοιμός που προξενούν μεγάλη δημογραφική φθορά στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Αβαροσλαβικές φυλές βρίσκουν ευκαιρία και εισβάλουν κατά κύματα.
8ος αιώνας: Eζερίτες Σλάβοι καταλαμβάνουν ερημωμένους οικισμούς της Πελοποννήσου και, όταν αργότερα εκδιώκονται, επαναστατούν. Οι Βυζαντινοί τους περιορίζουν στις πλαγιές του Ταΰγετου, του Ερύμανθου και του Χελμού. Στην Αχαΐα, οι Σλάβοι εγκαθίστανται σε χωριά της περιοχής των Φαρρών που, από την επωνυμία της φυλής, ονομάζονται «Nεζεροχώρια». Είναι ποσοτικά ισχυροί και μιλούν ένα γλωσσικό ιδίωμα συγγενές προς τη βουλγαρική γλώσσα. Ζουν σε αποκλειστικές αγροτικές κοινότητες και αυτό τους εμποδίζει να αφομοιωθούν στην ελληνική εθνότητα. Από το 10ο αι. αρχίζει ο εκχριστιανισμός τους. Κατά άλλες απόψεις οι Εζερίτες διατηρούν την κλειστή κοινωνία τους ως τη φραγκική κατάκτηση κατά την οποία οι Φράγκοι τους εξομοιώνουν με τους Έλληνες αγρότες της περιοχής, με συνέπεια να συνδεθούν μαζί τους και να αρχίσει έτσι ο εξελληνισμός τους. Δίνουν σε 49 οικισμούς δικά τους ονόματα, που είναι συνήθως δηλωτικά της μορφολογίας ή της θέσης του οικισμού και επιλέγουν περιοχές με υψόμετρο 528 μέτρα κατά μέσο όρο.
10ος – 12ος αιώνας: Στο πλαίσιο του βυζαντινού κράτους η Πελοπόννησος γίνεται σημαντικό οικονομικό κέντρο. Το «Δεσποτάτο του Μωρέως», αξιοποιώντας την παραγωγή του, έχει εμπορικές συναλλαγές με τη φραγκική Πελοπόννησο, με τις βενετικές κτήσεις, αλλά και με την κεντρική κυβέρνηση. Εμφανίζεται η αυτοδιοίκηση όπως την ξέρουμε στις μέρες μας. Υπάρχει ισχυρή κρατική διοίκηση (άρα σχεδιασμός), στρατός (άρα ασφάλεια) και εκτεταμένη μικρή ιδιοκτησία (άρα μαζικό κίνητρο συμμετοχής). Τα βυζαντινά «χωριά», που είναι αυτοδιοικούμενα, αποτελούν διοικητικές και φορολογικές μονάδες που έχουν δική τους γαιοκτησία (κοινοτικά λιβάδια, βοσκοτόπια και άλλα). Η κρατική διοίκηση δεν επεμβαίνει στα τοπικά ζητήματα (καλλιέργειες, αρδεύσεις και άλλα) και φροντίζει για τη διατήρηση των κοινοτήτων, αλλά επίσης και για την είσπραξη των –κατά περιόδους επαχθών– φόρων, για τους οποίους ήταν συνυπεύθυνα και αλληλέγγυα όλα τα μέλη της κοινότητας.
13ος αιώνας: Ενώ αρχικά το Βυζάντιο ενισχύει τα χωριά, χάρη στην ύπαρξη μαζών ελεύθερων αγροτών από τα μέσα του 11ου αιώνα, μέσα σε συνθήκες επιδρομών και πολέμων, απώλειας τμημάτων της αυτοκρατορίας, κοινωνικών και διοικητικών μεταρρυθμίσεων, η μεγάλη ιδιοκτησία αποδιοργανώνεται, η ικανότητα συγκεντρωτικής διοίκησης εξασθενεί και αρχίζει η επικράτηση της φεουδαρχίας. Ολοκληρώνεται τον 13ο αιώνα που τα ελεύθερα χωριά μετατρέπονται σε φέουδα.
Το 1204 οι Σταυροφόροι κατακτούν την Κωνσταντινούπολη και στην συνέχεια την Πελοπόννησο. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία διαλύεται. Ωστόσο ενισχύονται οι εμπορικοί δεσμοί μεταξύ των πόλεων της Πελοποννήσου και των ευρύτερων θαλάσσιων δικτύων της Μεσόγειου. Στα αστικά κέντρα υπάρχει οικονομική ευρωστία και από αυτά ξεκινά η προσπάθεια αποικισμού και εκμετάλλευσης του φυσικού πλούτου της ενδοχώρας. Πολλές οι αναφορές περί ειρηνικής συνύπαρξης Βυζαντινών και Φράγκων. Οι Φράγκοι, έχοντας φεουδαρχικές παραδόσεις, προσπαθούν να οργανώσουν την περιοχή σε ηγεμονία σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα (πριγκιπάτο), εισάγοντας στον τόπο τα έθιμά και το δίκαιό τους. Καταργούν την αυτοδιοίκηση των Βυζαντινών. Ο πρίγκιπας δεν είναι λειτουργός της κεντρικής εξουσίας. Ασκεί ο ίδιος δημόσιες νομοθετικές, δικαστικές, διοικητικές και οικονομικές εξουσίες. Πρώτη πράξη του πρίγκιπα της Αχαΐας, Γουλιέλμου Βιλλεαρδουΐνου, είναι να συγκαλέσει συνέλευση στην Ανδραβίδα, τότε πρωτεύουσα της ηγεμονίας, και να επιβάλει τον «Αχαϊκό Καταστατικό Χάρτη», σύμφωνα με τον οποίο δημιουργήθηκαν δώδεκα βαρονίες. Μεταξύ αυτών: στα Καλάβρυτα, στη Χαλανδρίτσα, στην Πάτρα και στη Βοστίτσα. Σε γενικές γραμμές τα χωριά της Πελοποννήσου παρουσιάζουν την εικόνα μια μεσαιωνικής κοινωνίας με χαρακτηριστική αστική και οικιακή οργάνωση. Ως προς τη θέση τους, τα μεσαιωνικά χωριά ελέγχουν στρατηγικής σημασίας σημεία πάνω σε εκτάσεις καλλιεργημένων γαιών, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με στενά δίκτυα οπτικής επαφής που μεγιστοποιούν το φυσικό πλούτο των αρόσιμων εδαφών, των ποταμών, των μεταφορικών οδών και της θάλασσας. Ανάμεσά τους υπάρχουν θέσεις δευτερεύουσας σημασίας (πύργοι, παρατηρητήρια) που ενεργούν ως κόμβοι για ποικίλες χρήσεις. Το μέγεθος των χωριών ποικίλει από 15 έως 300 σπίτια, ως προς την οργάνωση όμως τα χωριά επιδεικνύουν αξιοσημείωτη ομοιομορφία. Οι Φράγκοι δίνουν σε 15 οικισμούς δικά τους ονόματα και επιλέγουν περιοχές με υψόμετρο 558 μέτρα, κατά μέσο όρο.
14ος αιώνας: Νέα μεγάλη δημογραφική κρίση, με πιθανή αιτία την πανώλη, σε όλη την Ευρώπη. Ακολουθεί είσοδος Αλβανών στην Πελοπόννησο, η οποία συμβάλλει στη δημογραφική και την οικονομική της αναγέννηση. Δέκα χιλιάδες Αλβανοί με τις γυναίκες, τα παιδιά και τα ζώα τους, παίρνουν άδεια και εγκαθίστανται ειρηνικά σε πολλές περιοχές μεταξύ αυτών και την Αχαΐα. Σε ένα πρώτο διερευνητικό στάδιο, που μπορεί να κράτησε έως 30 χρόνια, μετακινούνται με βραδύ ρυθμό, αναζητώντας κατάλληλες συνθήκες για αυτούς και τα κοπάδια τους. Αγωνίζονται ειρηνικά να καταλάβουν ελεύθερες και ενιαίες εκτάσεις. Να βελτιώσουν την οικονομική τους θέση, χωρίς να αλλάξουν την παραδοσιακή κοινωνική τους οργάνωση στην οποία κυριαρχεί η φυλετική οργάνωση. Οι εγκαταστάσεις των Αλβανών γίνονται ομαδικά και κατά οικογένειες. Διαλέγουν τόπους που να μπορούν να προφυλάξουν τα κοπάδια τους, να έχουν νερά και καθαρή ατμόσφαιρα, να είναι απομονωμένα για ασφάλεια, να έχουν βοσκές και ξυλεία και να είναι κοντά σε κέντρα, για να διαθέτουν τα προϊόντα τους. Οι Αλβανοί δίνουν σε 79 οικισμούς δικά τους ονόματα, που είναι συνήθως ανθρωπωνύμια και επιλέγουν περιοχές κατοίκησηςμε υψόμετρο 471 μέτρα, κατά μέσο όρο.
Μαζί με τους Αλβανούς ή ίσως και παλιότερα, με τους Σλάβους, εγκαθίστανται στην περιοχή και λατινόφωνοι Βλάχοι που, εκτός από τη βλάχικη, μιλούσαν με ευχέρεια και την αλβανική γλώσσα. Οι Βλάχοι δίνουν σε 13 οικισμούς δικά τους ονόματα, που είναι συνήθως φυτώνυμα και επιλέγουν περιοχές με υψόμετρο 661 μέτρα, κατά μέσο όρο.
Οι εποικήσεις των Αλβανών στην Πελοπόννησο με το πέρασμα των αιώνων αποδεικνύονται σημαντικότερες από τις σλαβικές και σε έκταση και σε αποτελέσματα. Tην ίδια εποχή χιλιάδες Έλληνες βρίσκουν άσυλο στην Πελοπόννησο. Διάφοροι τόποι, άλλοτε ακατοίκητοι, άγριοι και δασωμένοι, εκχερσώνονται, εξημερώνονται και ο πληθυσμός πυκνώνεται. Οι Αλβανοί έχουν την τάση να διασπείρονται στα πολυάριθμα μικρά χωριά, ενώ οι Έλληνες τείνουν να συγκεντρώνονται σε λίγες μεγάλες πόλεις.
15ος αιώνας: Οι Βενετοί εγκαθίστανται στην Πελοπόννησο την ίδια εποχή με τους Φράγκους του πριγκιπάτου. Οι σχέσεις ανάμεσα σε Βυζαντινούς και Βενετούς, είναι μάλλον φιλικές. Οι Βενετοί δημιουργούν ένα σημαντικό δίκτυο λιμανιών και οχυρωμένων θέσεων, στρατηγικά σημεία, απαραίτητα για την παρουσία τους στην ανατολική Μεσόγειο. Το 1408 υπογράφουν σύμβαση με το λατίνο αρχιεπίσκοπο της Πάτρας, άρχοντα της πόλης, και αναλαμβάνουν την πολιτική της διακυβέρνηση. Παραμένουν ως το 1419. Ο ανταγωνισμός μεταξύ Φράγκων και Βυζαντινών προκαλεί ατελείωτους αγώνες και καταλήγει στην παρακμή και την εξαφάνιση του φραγκικού πριγκιπάτου. Το 1429 ο Θωμάς Παλαιολόγος κυριαρχεί στα Καλάβρυτα και την ανατολική Αιγιαλεία και το 1430 αναγορεύεται σε δεσπότη του δυτικού δεσποτάτου της Πελοποννήσου που περιλάμβανε όλο το σημερινό νομό Αχαΐας. Η πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και οι εσωτερικές διαμάχες αποδυναμώνουν την ικανότητα αντίστασης των βυζαντινών δεσποτών και οι νίκες των Οθωμανών σε όλα τα μέτωπα καθιστούν αδύνατη την αντίσταση των Πελοποννησίων. Ο σουλτάνος Μωάμεθ ο Δεύτερος εισβάλλει στην Πελοπόννησο το 1458. Βρίσκει αντίσταση στον Ακροκόρινθο και, παρακάμπτοντας, προχωρά προς το εσωτερικό, κατακτώντας μεταξύ άλλων την Πάτρα και όλη τη σημερινή Αχαΐα. Οι κάτοικοι της Πάτρας φεύγουν προς τις βενετικές κτήσεις και τη Ναύπακτο. Μένει μόνο μια φρουρά στην ακρόπολη. Επιθυμώντας τον ανασυνοικισμό της πόλης, καλεί με ντελάληδες πίσω εκείνους που ήθελαν να κατοικήσουν ελεύθερα, να πάρουν κτήματα και να απαλλαγούν από φόρους για μερικά χρόνια. Στη συνέχεια καταλαμβάνει και το Αίγιο. Το 1459 με την αναχώρηση του Μωάμεθ, ο Θωμάς Παλαιολόγος απελευθερώνει την Αχαΐα αλλά μόνο για ένα χρόνο. Το 1460 ο σουλτάνος επιστρέφει και καταλαμβάνει όλη την Πελοπόννησο εκτός από την πόλη της Μονεμβασιάς. Τελευταία πολεμικό γεγονός το 1461 η, μετά από μεγάλη αντίσταση και υπό τιμητικούς όρους, παράδοση του κάστρου του Σαλμενίκου.
Οι βενετικές κτήσεις επιζούν για λίγες δεκαετίες ακόμη, και περνούν προοδευτικά στην τουρκική κυριαρχία. Αρχίζει η μακραίωνη «Παξ Οτομάνικα», που μεταθέτει σταδιακά την Οθωμανική Αυτοκρατορία από την Ασία στην περιφέρεια του ευρωπαϊκού κόσμου. Η Ελλάδα περνά στο περιθώριο των μεγάλων οικονομικών, κοινωνικών και ιδεολογικών μεταβολών που σημαδεύουν την «αναγεννώμενη» Δύση.
Το 1460 μετά την οριστική κατάκτηση της Πελοποννήσου έχουμε την πρώτη καταγραφή φορολογουμένων, που θεωρείται ως η πρώτη καταγραφή πληθυσμού η οποία έχει τις ελάχιστες προϋποθέσεις να αποτελεί ιστορική πηγή, γνωστή ως κατάστιχο τιμαρίων βορειοδυτικής Πελοποννήσου της Οθωμανικής Διοίκησης. Ο πληθυσμός της Αχαΐας υπολογίζεται σε 20.000 και οι Έλληνες είναι σε ίσο αριθμό με τους Αλβανούς. Από τότε μέχρι σήμερα καταγράψαμε 788 διαφορετικούς οικισμούς στα εκάστοτε όρια του νομού Αχαΐας. Από αυτούς σήμερα διατηρούνται ως αυτοτελώς απογεγραμμένοι οι 526. Από τους υπόλοιπους μόλις 58 έχουν καταργηθεί τελείως. Μακροβιότεροι αποδεικνύονται αναλογικά περισσότεροι οικισμοί στα όρια της επαρχίας Καλαβρύτων και όσοι είναι τοποθετημένοι σε υψηλότερο υψόμετρο.
16ος αιώνας: Μετά την αναστάτωση που προκάλεσε στους βαλκανικούς πληθυσμούς η κατάκτηση της χώρας από τους Οθωμανούς, αρχίζουν να εμφανίζονται σημάδια ανάκαμψης και δημογραφικής ανάπτυξης. Τον 16ο αιώνα επέρχεται σταθεροποίηση τόσο στην Πελοπόννησο όσο και στις υπόλοιπες περιοχές της αυτοκρατορίας. Ο πληθυσμός κατανέμεται ισόρροπα ανάμεσα στις πόλεις και τα χωριά που αποτελούν τη φυσική τους ενδοχώρα και λειτουργούν ως μια ξεχωριστή, αλλά και συμπληρωματική χωρική ενότητα σε σχέση με αυτές. Δημιουργούνται συνθήκες ανάλογες με την πρώτη περίοδο του Βυζαντίου και αναπτύσσεται η αυτοδιοίκηση με καθολική –για πρώτη φορά– ψηφοφορία στο κατώτερο δυνατό επίπεδο, αυτό της κοινότητας, που αποτελεί φορολογική και διοικητική μονάδα. Δημιουργούνται για πρώτη φορά βαθμίδες αυτοδιοίκησης. Οι οικισμοί ξεχωρίζουν από το φέουδο ως αποτέλεσμα των αλλαγών στην παραγωγική διαδικασία. Οι κτηνοτροφικές μονάδες παρουσιάζουν περίσσευμα στα προϊόντα, δημιουργούνται ομάδες κτηνοτρόφων, κάτω από αρχηγό που δεν έχουν κατ’ ανάγκη δεσμούς συγγένειας μεταξύ τους. Τις ομάδες αυτές οι Έλληνες τις αποκαλούν στάνη και οι Αλβανόφωνοι καλύβια. Κάθε μια είναι ανεξάρτητη από την άλλη και παίρνουν το όνομα του αρχηγού τους.
Το 16ο αιώνα αρχίζουν οι καταγραφές μετακινήσεων πληθυσμών εντός της Αχαΐας. Από τα χωριά της Ζουμπάτας μετακινούνται στις πεδινές περιοχές του σημερινού δήμου Μόβρης και από περιοχές των Καλαβρύτων, αλλά και της Αρκαδίας, σε περιοχές του σημερινού δήμου Μεσσάτιδας. Από αυτό το χρονικό σημείο μέχρι και τις μέρες μας καταγράψαμε 450 περιπτώσεις μετακίνησης πληθυσμών.
17ος αιώνας: Οι Βενετοί στο πλαίσιο του πολέμου με τους Τούρκους κυριεύουν την Πελοπόννησο και δημιουργούν την πιο εκτεταμένη κτήση που είχαν ποτέ στον ελληνικό χώρο αλλά τη διατηρούν μόνο για τριάντα χρόνια (1685 – 1715). Η Πάτρα καταλαμβάνεται από το Μοροζίνι το 1687. Εφαρμόζεται ανεκτική θρησκευτική πολιτική. Τα μοναστήρια ανακτούν τη γαιοκτησία τους, ενώ τα νέα που ιδρύονται διατηρούν ακίνητη και κινητή περιουσία. Η διοικητική διαίρεση που επιβάλουν οι βενετοί βασίζεται στην προηγούμενη οθωμανική. Στην θέση και τα όρια των προηγούμενων 22 καζάδων που συγκροτούσαν το σαντζάκι του Μοριά ιδρύθηκαν 24 «τεριτόριι», δηλαδή επαρχίες. Μεταξύ αυτών των Καλαβρύτων, της Πάτρας και της Βοστίτσας. Νέο στοιχείο αποτέλεσε η διαίρεση της κτήσης σε τέσσερα διαμερίσματα με την ονομασία «προβίνκιε»: της Ρωμανίας, της Μεσσηνίας, της Λακωνίας και της Αχαΐας με πρωτεύουσα την Πάτρα που περιλαμβάνει τέσσερα τεριτόριι: των Καλαβρύτων, της Γαστούνης, της Πάτρας και της Βοστίτσας. Την εποχή αυτή έχουμε και τη σύνταξη κτηματολογίων. Το 17ο αι. καταγράφονται μετακινήσεις πληθυσμών από τη Ρούμελη, την Ήπειρο, αλλά και την Αταλάντη και τη Λειβαδιά, προς χωριά της Αχαΐας. Τα χωριά που δέχτηκαν πληθυσμό ήταν τόσο πεδινά, που οι Ενετοί προσπαθούν να εποικίσουν (στις σημερινές περιοχές του Ερινεού και της Συμπολιτείας), όσο και ορεινά (στις σημερινές περιοχές Καλαβρύτων, Παΐων, Αροανίας). Οι Ενετοί εγκαθιστούν μόνιμα στην Αχαΐα και Δαλματούς μισθοφόρους. Την περίοδο αυτή αρχίζει στην Πελοπόννησο ο σχηματισμός τάξης προκρίτων και μπαίνουν οι βάσεις της οικονομικής και κοινωνικής τους δύναμης, καθώς και οι ρίζες του αντίστοιχου φαινομένου που θα ονομαστεί αργότερα κοτζαμπασισμός.
18ος αιώνας: Ενώ την περίοδο 1686 – 1700 οι Βενετοί έκαναν εποικιστικές προσπάθειες παραχωρώντας γη σε όσους ήθελαν να εγκατασταθούν, αναδιοργανώνοντας τη γεωργία και άλλα, το 1700 η Πελοπόννησος εμφανίζεται και πάλι σαν έρημη περιοχή.
Τη χρονιά αυτή διεξάγεται η πληθυσμιακή καταγραφή του βενετού προνοητή Γκριμάνι. Ο πληθυσμός της Αχαΐας υπολογίζεται σε 30.000. Από τους 276 οικισμούς που καταγράφονται, οι 108 έχουν πληθυσμό κάτω των 50 κατοίκων. Μόνο το 14% του πληθυσμού χαρακτηρίζεται ως αστικός και μόλις 4 οικισμοί έχουν περισσότερους από 500 κατοίκους. Μόνο 26 οικισμοί βρίσκονται σε υψόμετρο κάτω των 100 μέτρων, με 270 κατοίκους ο καθένας κατά μέσο όρο. (Το 2001 ο μέσος οικισμός σε υψόμετρο κάτω από 100μέτρα έχει 1.906 κατοίκους.)
Ουσιαστική αύξηση του πληθυσμού έχουμε μετά το 1700 και μέχρι την Επανάσταση και αυτή γίνεται κυρίως στα χωριά με την αύξηση της καλλιεργούμενης επιφάνειας, με την ίδρυση «καλυβιών» σε σχετικά απομακρυσμένα μέρη και με την μετατροπή εποχιακών οικισμών σε μόνιμους.
Υπάρχει εκτεταμένη μεταφορά χωριών σε νέα θέση αλλά με το ίδιο όνομα. Αυτή τη φορά τα νέα χωριά χτίζονται σε χαμηλότερο υψόμετρο, μέσα σε πλαγιές αντί κορυφές, δεν περιέχουν ακροπόλεις, και συνδέονται μεταξύ τους με ένα δίκτυο που είναι σαφές και εν μέρει λειτουργικό ακόμη και σήμερα. Οι θέσεις των μεσαιωνικών οικισμών χάνουν κάθε λειτουργικό ρόλο και χρησιμοποιούνται ως θερινοί βοσκότοποι και τόποι ανέγερσης εξωκκλησιών. Την περίοδο αυτή επανέρχεται η πανώλη. Από το 1750 ξεκινά και μια νέα περίοδος μεγάλης κρίσης (ανάλογης με αυτή του 14ου αιώνα που οδήγησε στην πτώση των Βυζαντινών), αποδιάρθρωσης και εκφεουδαλισμού που καταλήγει στην πτώση των Οθωμανών. Μεταλλάσσεται η δική τους φεουδαρχία (από τιμάρια σε τσιφλίκια) και η εφαρμογή της αυτοδιοίκησης φθίνει και αλλοιώνεται.
Ωστόσο, η παραπάνω εικόνα δεν είναι κοινή για όλο το νομό. Υπάρχουν παραλιακές περιοχές όπως η Αιγιαλεία όπου η εικόνα είναι διαφορετική, καθώς τα βασικά χωριά (Διακοφτό, Φτέρη, Κουνινά, Πύργος, Μαμουσιά, Παρασκευή ) εξακολουθούν να παίζουν σημαντικό ρόλο και η εξέλιξή τους παρακολουθεί τις διακυμάνσεις της επέκτασης των αγροτικών καλλιεργειών, κυρίως της σταφίδας.
Τo 1715 οι Τούρκοι καταλαμβάνουν «οριστικά» αυτή τη φορά την Πελοπόννησο. Διοικητικά η αυτοκρατορία διαιρείται σε μεγάλες περιφέρειες, τα πασαλίκια και αυτά σε μικρότερες τα εγιαλέτ τα οποία με την σειρά τους διαιρούνται σε σαντζάκια που αντιστοιχούν στους σύγχρονους νομούς. Η επόμενη διαίρεση είναι οι καζάδες ή βιλαέτια: μικρές διοικητικές και δικαστικές περιφέρειες αποτελούμενες από μια πόλη και τα εξαρτώμενα από αυτήν χωριά.
Σύντομα έρχεται η εξασθένιση του Οθωμανικού κράτους. Στασιμότητα εμπορικών πράξεων και εξασθένιση της εσωτερικής αγοράς και των αστικών κέντρων. Η θέση του πληθυσμού γίνεται δυσμενής. Οι αγρότες μετακινούνται προς τις πόλεις ή το εξωτερικό για αναζήτηση καλύτερης τύχης, ακόμα και προς ορεινές περιοχές, πολλές από τις οποίες εποικίζονται ταχύτατα για πρώτη φορά, με την ελπίδα της απαλλαγής από τις τουρκικές καταπιέσεις. Επέρχεται ερήμωση των αγροτικών πεδιάδων. Αυτό σε συνδυασμό με τη γενικότερη δημογραφική καχεξία δημιουργεί νέα κατανομή του πληθυσμού στο χώρο. Έτσι διαμορφώνεται μικρός αριθμός αστικών κέντρων και μεγάλος αριθμός μικρών οικισμών, κυρίως στα ορεινά.
Το 18ο αιώνα συνεχίζεται η είσοδος πληθυσμών στην Αχαΐα από τη Στερεά Ελλάδα και την Ήπειρο, ενώ προστίθενται κάτοικοι και από την Ηλεία και την Αρκαδία. Οι προορισμοί στην Αχαΐα για κάποιους είναι πεδινοί, κυρίως στην Αιγιαλεία, αλλά για τους πολλούς είναι ορεινοί. Οι Αρκάδες και οι Ηλείοι μετακινούνται στις εγγύτερες σε αυτούς ορεινές περιοχές της Αχαΐας. Σε μεγάλο βαθμό οι μετακινήσεις αφορούν πληθυσμούς που αναζητούν προστασία από πολεμίους και πειρατές (ειδικά στη δυτική Αχαΐα). Μετακινήσεις πληθυσμών από τα ορεινά στα πεδινά της Αχαΐας για λόγους αναζήτησης εργασίας (αν και κορυφώνονται κατά το 2ο μισό του 19ου αι) παρατηρούνται ήδη από τον 18ο αι. Στις απέραντες σχεδόν ακατοίκητες περιοχές του Λαρίσου, της Δύμης και της Μόβρης σιγά σιγά αναπτύσσονται τσιφλίκια και καλλιέργειες. Υπάρχει ανάγκη εργατικών χεριών και καλύπτεται τις περισσότερες φορές από τα ορεινά του νομού. Από την άλλη μεριά του νομού, από την Τσετσεβά, λόγω των κατολισθήσεων, κατεβαίνει πληθυσμός σε περιοχές της Συμπολιτείας και σταδιακά δημιουργούνται τα «Τσετσεβοχώρια». Ο 18ο αιώνας είναι αιώνας μετακινήσεων χωριών σε νέες θέσεις: πιο ασφαλείς, με καλύτερες προϋποθέσεις για διαβίωση και εργασία. Ως προς τις μετακινήσεις πληθυσμών έχουμε πολλά παράλληλα ρεύματα: ένα πρώτο από τα ορεινά της Αχαΐας και των γύρω νομών στα πεδινά, για λόγους βιοπορισμού. Ένα δεύτερο από τα ορεινά όμορων νομών στα ορεινά της Αχαΐας, για λόγους ασφάλειας. Οι Τούρκοι δίνουν μόνο σε 16 οικισμούς δικά τους ονόματα, που είναι συνήθως ανθρωπωνύμια,και επιλέγουν περιοχές κατοίκησης με υψόμετρο 313 μέτρα κατά μέσο όρο.
19ος και 20ος μ.Χ. αιώνας: Στις αρχές του 19ου αιώνα δημιουργείται το ελληνικό κράτος.
Από διοικητικής άποψης, το ελληνικό κράτος εξέλιξε την κληρονομιά των Οθωμανών, με βασική διοικητική μονάδα πότε την επαρχία και πότε το νομό, σε τέσσερις περιόδους:
- Στην πρώτη (1821-1833) κυριαρχούν οι αγώνες για ανεξαρτησία και η διακυβέρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια. Δεν μεταβάλλεται το πλήθος, το μέγεθος και τα όρια των κοινοτήτων. Γίνονται προσπάθειες να μεταβληθεί ο χαρακτήρας, τα καθήκοντα οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες ανάδειξης των οργάνων τους. Ελάχιστα εφαρμόζονται, καθώς ο πόλεμος, η αναρχία και η ξενική κατοχή ταλανίζουν τη χώρα. Επιπλέον ξεσπούν εμφύλιοι πόλεμοι το Νοέμβριο του 1823 και τελειώνουν στις αρχές του 1825. Ως συνέπεια αυτών, το σύστημα της επαρχιακής διοίκησης τίθεται επανειλημμένα στο περιθώριο. Ο πληθυσμός της Αχαΐας υπολογίζεται το πολύ σε 60.000 κατοίκους.
- Κατά τη δεύτερη περίοδο (1834-1912), βασική διοικητική μονάδα αποτελούν οι δήμοι. Η αιρετότητα των οργάνων εξασφαλίζεται μόνο για το κατώτερο επίπεδο (κοινότητα – χωριό). Ο ρόλος των κοινοτήτων παραμένει βασικός, παρόλο που πλέον αποτελούν επιμέρους στοιχεία ενός ενιαίου κρατικού οργανισμού. Ο πληθυσμός της Αχαΐας από 60.000 ξεπερνά τις 150.000.
Τις δύο πρώτες περιόδους συγκρούονται οι κατά καιρούς εκπρόσωποι του κεντρικού κράτους (με αντιπροσωπευτικότερη μορφή τον Καποδίστρια) με τους εκπροσώπους τοπικών συμφερόντων, σχετικά με το ρόλο των κοινοτήτων και την τοπική διοίκηση γενικότερα. Η πρώτη πλευρά πιέζει, και επιβάλλει όταν έχει τη δύναμη, για κεντρικές ρυθμίσεις και διορισμό διοικητών και η δεύτερη κάνει το ίδιο για άμεση και καθολική ψηφοφορία παντού. Η πρώτη πλευρά υποστηρίζει ότι η πολιτική αυτή είναι όχι μόνο ένα «αναγκαίο κακό» στα πρώτα κρίσιμα βήματα του νεαρού κράτους, αλλά και μία σκόπιμη πολιτική επιλογή για την πάταξη της αυθαιρεσίας των τοπικών «φεουδαρχών» και της ολιγαρχικής διοίκησης των κοινοτήτων. Η δεύτερη πλευρά κάνει αναφορά στα πανάρχαια δημοκρατικά δικαιώματα του πολίτη και στην ανάγκη αυτοδιοίκησης. Πρόκειται για πάλη για την κατοχή και τη νομή της εξουσίας με τη χρήση πραγματικών επιχειρημάτων εκατέρωθεν. Και οι δύο πλευρές, όταν έχουν την ισχύ, την καταχρώνται.
- Κατά την τρίτη περίοδο (1912-1998), βασική διοικητική μονάδα είναι και πάλι οι κοινότητες. Λειτουργούν ως ισόβαθμες με τους δήμους. Είναι διοικητικές και εδαφικές οντότητες, με ξεχωριστή νομική προσωπικότητα. Την περίοδο αυτή οι κοινότητες είναι κανόνας και οι δήμοι (αν και μεγαλύτεροι και σπουδαιότεροι χωρικό-κοινωνικοί σχηματισμοί) εξαίρεση. Επίσης υπάρχουν και άλλες βαθμίδες διοίκησης, αλλά χωρίς ουσιαστική αιρετότητα. Ο πληθυσμός της Αχαΐας από τις 150.000 ξεπερνά τις 300.000.
- Από το 1998 μέχρι σήμερα διανύουμε την τέταρτη περίοδος, στην οποία οι –ολοένα λιγότεροι και πληθυσμιακά ισχυρότεροι– δήμοι γίνονται και πάλι βασική μονάδα (σε δύο στάδια: 1998 και 2010). Μια άλλη μεγάλη αλλαγή που προέκυψε πριν λίγες μόνο μέρες είναι η μετατόπιση του 2ου βαθμού αυτοδιοίκησης από το επίπεδο του νομού σε αυτό της περιφέρειας.
Από την Επανάσταση μέχρι και το 2001 πραγματοποιήθηκαν 21 απογραφές. Γνωστές, επίσης, είναι τουλάχιστον 14 πληθυσμιακές καταγραφές. Στην αρχή με πάρα πολλά προβλήματα, μετά το 1870 με σχετική αξιοπιστία.
Σε σχέση με το μέγεθος του πληθυσμού τα πρώτα χρόνια του απελευθερωτικού πολέμου και των εμφυλίων συγκρούσεων έχουμε πληθυσμιακή συρρίκνωση, αλλά από τα μέσα του 19ου αι. και μετά, ο πληθυσμός διαρκώς αυξάνεται. Αναφορικά με την αστικότητα, το 14% του αστικού πληθυσμού το 1700 γίνεται 68% το 2001. Ο αστικός πληθυσμός στην Αχαΐα γίνεται περισσότερος από τον αγροτικό μόλις το 1961.
Μετά το 1840 καταγράφεται πέρασμα των πεδινών ιδιοκτησιών με υψηλές αποδόσεις στους πλούσιους Έλληνες, μαζική μετακίνηση προς τις πεδιάδες και εγκατάλειψη των ορεινών θέσεων, όχι όμως και του καλλιεργούμενου έδαφός τους. Στα πεδινά, ελώδεις παράκτιες περιοχές μετατρέπονται σε καλλιεργήσιμες και η κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής συμβάλλει προς την κατεύθυνση εποικισμού των πεδινών. Υπάρχει ρεύμα μετατροπής των ξεχειμαδιών σε τόπους μόνιμης κατοικίας. Πολλοί κτηνοτρόφοι και βοσκοί μετατρέπονται σε αγρότες. Παράλληλα έχουμε το μεγαλύτερο ρεύμα της εποχής που αφορά στην κάθοδο πολλών κατοίκων από τα ορεινά ως εργάτες γης στην αρχή περιστασιακά και μετά την απόκτηση γης (από παραχωρήσεις, αλλά και αγορές) μόνιμα. Αυτά μέχρι το τέλος 19ου αιώνα. Μετά το τέλος του 19ου αιώνα και την αρχή του 20ού η διαδικασία αντιστρέφεται. Τα όρια της εκμετάλλευσης του αγροτικού πλούτου περιορίζονται, δημιουργώντας ένα κύμα υπερατλαντικής μετανάστευσης. Οι βαλκανικοί πόλεμοι, η μικρασιατική καταστροφή, η οικονομική ύφεση του μεσοπολέμου, ο δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος και ο Εμφύλιος επιδρούν αρνητικά. Το τελικό χτύπημα στην παραδοσιακή αγροτική οργάνωση δόθηκε κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, με τη μαζική μετανάστευση του πληθυσμού αφενός στην Αθήνα και αφετέρου στην Ευρώπη, την Αμερική και την Αυστραλία.
Σε όλη την περίοδο που εξετάζουμε καταγράφηκαν 84 περιπτώσεις μετακίνησης πληθυσμών που ήρθαν στην Αχαΐα από περιοχές εκτός αυτής. Από όλη την Πελοπόννησο, από την Ήπειρο και τη Ρούμελη, από τα νησιά του Ιόνιου, αλλά και από την Εύβοια, την Ελασσόνα, τη Θεσσαλία και αλλού. Επίσης εγκαθίστανται, στη δυτική κυρίως Αχαΐα, τσιγγάνοι. Ειδική πολύ μεγάλη κατηγορία οι Έλληνες πρόσφυγες (από το 1923 μέχρι και το τέλος του 20ού αιώνα) και οι οικονομικοί μετανάστες. Μέχρι και το 18ο αιώνα οι νέοι κάτοικοι διαλέγουν ορεινές περιοχές. Το 19ο αιώνα, άλλοι ορεινές και άλλοι πεδινές, ανάλογα με την αιτία για την οποία έφυγαν από τον τόπο τους. Στη συνέχεια όλοι μετακινούνται προς πεδινές περιοχές.
Σχετικά με την εθνική προέλευση του αρχικού ονόματος των οικισμών διαπιστώσαμε ότι δεν συνδέεται κατ’ ανάγκη με την απώτερη ή τη νεότερη καταγωγή των κατοίκων του. Οι Αλβανοί, οι Σλάβοι, οι Βλάχοι ήρθαν στην Αχαΐα πολλούς αιώνες πριν. Με την πάροδο των ετών λιγότερο ή περισσότερο ενσωματώθηκαν και απορροφήθηκαν από τον ελληνικό πληθυσμό. Ωστόσο τα ονόματα των οικισμών τους παρέμειναν ξένα. Επίσης, σε πολλές περιπτώσεις μέρος του πληθυσμού διατήρησε μαζί με την ελληνική γλώσσα τη γνώση και λιγότερο τη χρήση της γλώσσας καταγωγής του. Αυτοί οι δύο παράγοντες κάνουν πολλούς λανθασμένα να αποδίδουν ξένη απώτερη εθνική καταγωγή σε αυτούς τους πληθυσμούς.
Διοικητικά, η γενική τάση σε όλες περιόδους μέχρι το 1998 είναι οι διοικητικές ενότητες να αυξάνονται, με αποτέλεσμα τη μείωση του μεγέθους τους. Οι αρχικοί νομοί της χώρας ήταν οι μεγαλύτεροι που υπήρξαν ποτέ. Ομοίως και οι πρωτοβάθμιοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (πριν από 1912) ήταν πολύ μεγάλοι. Αυτή η πορεία αντιστράφηκε από το 1998, γεγονός που επιβεβαιώνεται με τη μεταρρύθμιση του 2010. Από την άλλη πλευρά, οι πολλοί και μικροί οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης επέδρασαν θετικά στη διατήρηση του ενδιαφέροντος του πληθυσμού για τις τοπικές υποθέσεις.
Η πιο σταθερή διοικητική ενότητα σε όλες τις περιόδους αναδεικνυόταν ο νομός: δημιουργείται για πρώτη φορά το 1833. Ωστόσο εκλεγμένα νομαρχιακά συμβούλια έχουμε το 1887 και νομάρχη το 1994. Το 2010 ο 2ος βαθμός τοπικής αυτοδιοίκησης μεταφέρεται από το επίπεδο του νομού στο επίπεδο της περιφέρειας.
Η επαρχία, ενότητα με μακρά παράδοση και ρίζες στη συνείδηση των κατοίκων από την εποχή της πρώτης Τουρκοκρατίας, από το 1822 παίζει ουσιαστικό ρόλο (ως οργανική εδαφική υποδιαίρεση του νομού) με εκλεγμένα επαρχιακά συμβούλια, αλλά διορισμένο έπαρχο. Μετά το 1912, συμπιεσμένη ανάμεσα στα δύο ισχυρά άκρα (δήμο και νομό) απογυμνώνεται από κάθε πολιτική ή διοικητική εξουσία, μετατρέπεται τελικά σε απλή διοικητική διαίρεση και καταργείται.
Οι δήμοι εμφανίζονται με νόμο το 1834 με εκλεγμένο το δημογεροντικό συμβούλιο, αλλά όχι και τον επικεφαλής δημογέροντα. Αρχικά ήταν 37. Ακολουθεί μια περίοδος μέχρι το 1912 με πολλές συστάσεις, καταργήσεις, συγχωνεύσεις, διαιρέσεις, προσαρτήσεις και αποσπάσεις δήμων, παρότι το βασικό θεσμικό πλαίσιο παραμένει σταθερό. Το 1912 γίνεται νομοθετική ρύθμιση που φέρνει τους δήμους πολύ κοντά σε ό,τι ισχύει σήμερα. Από 22 δήμους παραμένει μόνο ένας. Η Πάτρα. Το 1997 ο ρόλος τους γίνεται κεντρικός, καθώς καταργούνται οι κοινότητες (μόνο 2 παραμένουν στην Αχαΐα) και δημιουργούνται 23 δήμοι, οι οποίοι το 2010 συγχωνεύονται σε πέντε.
Οι κοινότητες από το Βυζάντιο μέχρι και το 1997 τυπικά (γιατί ουσιαστικά, με την πληθυσμιακή αποδυνάμωση της υπαίθρου, είχαν χάσει το ρόλο τους μερικές δεκαετίες νωρίτερα) αποτέλεσαν τη βασικότερη βαθμίδα αυτοδιοίκησης από την άποψη της συμμετοχής του γενικού πληθυσμού στις κοινωνικές υποθέσεις. Με τη βελτίωση των μεταφορικών δικτύων των τελευταίων ετών και τη διευκόλυνση της μόνιμης κατοικίας σε οικισμούς με μικρή χρονοαπόσταση από αστικά κέντρα, αλλά και με τη διοικητική μεταρρύθμιση του 2010 (όπου το μεγάλο μέγεθος του δήμου επιβάλλει τοπική ενεργοποίηση) πιθανώς να ανακτήσουν και πάλι ρόλο.
